jump to navigation

Απάντηση Λ. Καμαρινόπουλου 26/06/2008

Posted by Περιοδικό ΕνThesis in Πυρηνική Ενέργεια.
Tags:
trackback

[απάντηση στην αρχική ανάρτηση του Α. Γερανίου]

Τα σημεία ουσιαστικής σημασίας στα οποία επικεντρώνεται η κριτική όσων έχουν ταχθεί εναντίον της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς και τα οποία χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης είναι κατά την άποψή μου τα ακόλουθα:

Ασφάλεια – Κίνδυνος ατυχημάτων: Το ενδεχόμενο ατυχήματος σε πυρηνικό σταθμό προβληματίζει ιδιαίτερα την κοινή γνώμη, καθώς η εμπειρία του παρελθόντος έχει αποδείξει πως ένα ατύχημα μεγάλης κλίμακας μπορεί να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες. Το παράδειγμα του ατυχήματος στο Chernobyl είναι το κύριο επιχείρημα όσων αντιτίθενται στη χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Ωστόσο, οφείλει να εξετάσει κανείς την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην μετά το Chernobyl εποχή. Σε τεχνικό επίπεδο, οι αντιδραστήρες τρίτης γενιάς – και ιδιαίτερα της τέταρτης, η κατασκευή των οποίων προσδιορίζεται χρονικά στις αρχές της δεκαετίας του 2030 – συμβάλλουν στην ασφάλεια, στην οικονομία και στην ελαχιστοποίηση των καταλοίπων. Ειδικότερα, ένας από τους στόχους των αντιδραστήρων τέταρτης γενιάς είναι ο περιορισμός των συνεπειών από ένα μέγιστο δυνατό ατύχημα στους άμεσους χώρους του εργοστασίου. Σε ρυθμιστικό επίπεδο, η λειτουργία αρμόδιων ευρωπαϊκών και διεθνών οργάνων και οι συνεχείς επιθεωρήσεις των πυρηνικών εγκαταστάσεων εγγυώνται τη συμμόρφωση με τις προδιαγραφές ασφαλείας που προβλέπουν οι σχετικές διεθνείς συνθήκες. Αναφορικά με τη λειτουργία παλαιότερων αντιδραστήρων, αυτοί δεν παύουν να λειτουργούν λόγω «υπερβολικής ακτινοβολίας», αλλά επειδή, όπως όλες οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις, έχουν σχεδιαστεί για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η αξιοπιστία τους αποδεικνύεται σήμερα, όταν μετά από επανεξέταση της ασφάλειας τους με τα ισχύοντα πιο αυστηρά κριτήρια, τους δίνεται παράταση λειτουργίας κατά 10 έως 20 χρόνια.
Διαχείριση καταλοίπων: Η μακροβιότητα και η επικινδυνότητα των καταλοίπων που δημιουργούνται από τη λειτουργία ενός αντιδραστήρα καθιστούν τη διαχείρισή τους ένα ζήτημα μείζονος σημασίας. Ωστόσο, η διαχείριση των καταλοίπων πρέπει να αντιμετωπίζεται στις πραγματικές της διαστάσεις. Καταρχήν όλοι οι πυρηνικοί σταθμοί είναι σχεδιασμένοι για τη προσωρινή φύλαξη των καταλοίπων μέχρι την τελική εναπόθεση σε κατάλληλο χώρο. Η μακροπρόθεσμη ασφαλής διαχείρισή τους είναι τεχνικά εφικτή και μόνιμοι χώροι εναπόθεσης δημιουργούνται ήδη στις ΗΠΑ, στη Φινλανδία, στη Γαλλία, στην Ελβετία και στη Σουηδία. Η έναρξη λειτουργίας τους έχει καθυστερήσει λόγω αντιδράσεων από τις τοπικές κυρίως κοινωνίες και τοποθετείται στα τέλη της επόμενης δεκαετίας.
Οικονομική ανταγωνιστικότητα: Εγγενές χαρακτηριστικό της οικονομίας της πυρηνικής ενέργειας είναι ο συνδυασμός υψηλού κόστους κατασκευής και μειωμένου κόστους λειτουργίας. Δεδομένου ότι στο κόστος κατασκευής και λειτουργίας ενός πυρηνικού σταθμού συνυπολογίζεται το κόστος αποξήλωσης και διαχείρισης των ραδιενεργών καταλοίπων, η απόφαση για την κατασκευή ενός νέου σταθμού απαιτεί εξεύρεση κεφαλαίων για μια επένδυση με υψηλό ρίσκο και μακροπρόθεσμη απόδοση. Όμως, η πυρηνική βιομηχανία παρουσιάζει μικρότερες λειτουργικές δαπάνες σε σύγκριση με τις συμβατικές τεχνολογίες ηλεκτροπαραγωγής, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στη χαμηλή τιμή του πυρηνικού καυσίμου. Έτσι, οι πυρηνικοί σταθμοί που βρίσκονται σε λειτουργία είναι κερδοφόροι και οικονομικά ανταγωνιστικοί προς άλλους κλάδους παραγωγής ενέργειας. Η επιβάρυνση μάλιστα των συμβατικών πηγών ηλεκτροπαραγωγής με τα «εξωτερικά κόστη» θα καταστήσει την πυρηνική ενέργεια περισσότερο ανταγωνιστική.

Διασπορά πυρηνικών όπλων: Η διάδοση πυρηνικών όπλων στο παρελθόν ήταν – και διαφαίνεται πως θα παραμείνει – ανεξάρτητη από τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για ηλεκτροπαραγωγή. Η σύνδεση ανάμεσα στην αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρισμού και στην κατοχή πυρηνικών όπλων στηρίζεται στη δυνατότητα που παρέχουν οι αντιδραστήρες για την απόκτηση της τεχνολογίας και των υλικών, που θεωρητικά αποτελούν το πρώτο βήμα κατασκευής πυρηνικών όπλων. Όμως, κανένα κράτος έως σήμερα δεν έχει ακολουθήσει αυτό το δρόμο για την υλοποίηση στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος. Περαιτέρω δυνατότητες ελέγχου και αποτροπής μιας τέτοιας εξέλιξης παρέχει ο σχεδιασμός του κύκλου καυσίμου των αντιδραστήρων νέας γενιάς.

Συμπέρασμα

Η πυρηνική ενέργεια φαίνεται πως δεν μπορεί παρά να είναι μέρος της λύσης και όχι η λύση του παγκόσμιου προβλήματος που συνθέτουν οι ραγδαίες κλιματικές αλλαγές και οι συνεχώς αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις. Ο συνδυασμός της με πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας, αξιοποίησης των ανανεώσιμων μορφών και ανάπτυξης τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα είναι ίσως η μόνη στρατηγική που μπορεί να εγγυηθεί βιώσιμη ανάπτυξη.
Ο διάλογος για την χρήση της πυρηνικής ενέργειας έχει αναθερμανθεί, ως συνέπεια της επιχειρούμενης αλλαγής στην ενεργειακή πολιτική διάφορων ευρωπαϊκών και άλλων χωρών. Και είναι σαφές πως υπάρχουν σοβαρά και συζητήσιμα επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά της αξιοποίησης της πυρηνικής τεχνολογίας. Στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης εικόνας για ένα τόσο πολύπλοκο και πολυδιάστατο θέμα μπορούν να συμβάλλουν μόνο επιστημονικά τεκμηριωμένες απόψεις σε συνδυασμό με εμπειρίες που έχουν προκύψει από τη λειτουργία πυρηνικών εργοστασίων κατά το παρελθόν.
Έχοντας κατά νου πως πρόκειται για ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα που απασχολούν διεθνώς τον πολιτικό κόσμο, την επιστημονική κοινότητα και την κοινή γνώμη, είναι θετικό το γεγονός πως η συζήτηση σχετικά με τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας έχει ξεκινήσει και στην Ελλάδα. Πιθανή μάλιστα υλοποίηση των σχεδίων κατασκευής πυρηνικών σταθμών σε γειτονικές χώρες θα εντείνει την ανάγκη ενημέρωσης της ελληνικής κοινής γνώμης, καθώς εγείρονται ζητήματα ασφαλούς λειτουργίας.

Σχόλια»

No comments yet — be the first.