Ν. Παπαδάκης: Σημειώσεις στις εκβολές μιας άρνησης 19/08/2008
Posted by Περιοδικό ΕνThesis in ΕΕ και δημοψηφίσματα.Tags: ΕΕ, δημοψήφισμα
trackback
Στην πολιτική ένα «όχι» σπανίως σημαίνει λιγότερα από ένα «ναι». Είναι όμως ένα «όχι», όπως αυτό των Ιρλανδών στη μεταρρυθμιστική συνθήκη της Λισσαβώνας, ικανό να προσδιορίσει το μέλλον της ΕΕ; Και τελικά τι αφορούσε: τη συνθήκη για την Ενωση ή την ίδια την Ενωση;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τι τέθηκε ενώπιον τινός στην Ιρλανδία των 3 εκατομμυρίων ψηφοφόρων; Από τη μια, τα συνδικάτα, ο κόσμος των επιχειρήσεων, η πλειοψηφία των ΜΜΕ, υπέρ ενός «ναι». Κι από την άλλη, μια σειρά από ρηματικές πρακτικές που υποστασιοποίησαν (πρωτοστατούσης της οργάνωσης Libertas) το επιχείρημα της διακύβευσης της εθνικής κυριαρχίας και εκχώρησης εξουσίας εν ονόματι της νέας ενωσιακής συνταγματικής τάξης και τελικά τον κίνδυνο εξασθένησης της δυνατότητας προάσπισης των εθνικών συμφερόντων μιας μικρής χώρας.
Μια απλουστευτική ανάλυση θα κατέληγε, λοιπόν, στο ότι η πλειοψηφία των Ιρλανδών ψηφοφόρων (53,4%) προέκρινε το «όχι» φοβούμενη (όπως υπαινίσσεται ο Willie Slattery μιλώντας για «ξεσήκωμα των φόβων»). Αποτελεί όμως ο φόβος πολιτικό επιχείρημα; Οχι απαραίτητα, ωστόσο παλαιόθεν αποτελεί πολιτικό εργαλείο. Μόνο που στην περίπτωση της Ιρλανδίας, ακόμα και οι πλέον ευρωπαϊστές είναι υποχρεωμένοι να δουν πέρα από την επίκληση των φοβικών ανακλαστικών. Επί μια ολόκληρη οκταετία επιχειρείται η μακροπολιτική επανοικοδόμηση της ενωσιακής τάξης στη βάση μιας νέας συνταγματικής συνθήκης. Το 2005 ήταν οι πολίτες της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Και τώρα ήταν η σειρά ενός εκ των κορυφαίων «αναπτυξιακών ευρωπαϊκών επιτευγμάτων», της Ιρλανδίας, να «υπονομεύσει» μια αγωνιωδώς επιδιωκόμενη συναίνεση. Η ανάλυση των αιτίων δεν μπορεί παρά να συναρτηθεί με την ανάλυση των επιπτώσεων. Και συναιρούμενες αναδεικνύουν δύο μείζονα ζητήματα.
-
Κρίση νομιμοποίησης και συνακόλουθα κρίση αντιπροσώπευσης. Το ενδεχόμενο μετάβασης από το πρότυπο «ήπιας διακυβέρνησης» σε μια πιο εμπράγματη ευρωπαϊκή διακυβέρνηση (με την εκλογή ενός μόνιμου προέδρου της ΕΕ, τους μετασχηματισμούς στους όρους συγκρότησης της Επιτροπής, κλπ.), φαίνεται πως δεν έπεισε ότι προσφέρει μια επαρκέστερη πλοήγηση σε ένα διεθνοποιημένο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Αντιθέτως αυτό που οι υποστηρικτές του «όχι» προέβαλλαν ήταν ότι μάλλον οδηγεί σε ένα υβριδικό principium universalis, το οποίο καταστατικά δρα εις βάρος του εθνικού κράτους (και τελικά απονευρώνει το «εθνικό μοντέλο» -χαρακτηριστικές οι αντιδράσεις των Ιρλανδών στο ζήτημα του «ευρωπαϊκού στρατού»). Ποιος νομιμοποιείται να αποφασίζει, για ποια θέματα και ποιος τελικά εκπροσωπεί τον Ευρωπαίο πολίτη; Το «όχι» των Ιρλανδών φώτισε ένα έλλειμμα ξεκάθαρων απαντήσεων, επίμονο και απολύτως ανατροφοδούμενο από ένα άλλο πρόβλημα.
-
Τελικά η ΕΕ απέκτησε οριστικά μεν «διεύθυνση και τηλέφωνο» εδώ και χρόνια, προσδιόρισε περισσότερο το οργανωτικό και λειτουργικό της πλέγμα, διευρύνθηκε και αποφάσισε να γίνει πιο «απτή». Ομως η ΕΕ εξακολουθεί να μην είναι αυτό που είναι, αλλά αυτό που ονειρεύεται να γίνει. Ούτε χαλαρή ομοσπονδία, ούτε πολυεθνικό κράτος, ούτε (δυστυχώς) μια ώριμη συμπολιτεία (με όρους Δ. Τσάτσου). Ασάφεια και αμηχανία που δεν επιτρέπουν ακόμα μια ασφαλή απάντηση στα προαναφερθέντα ελλείμματα. Μια γιγάντια γραφειοκρατία που δεν κερδίζει σε ορατότητα (high visibility) στην επίμονη καθημερινότητα. Πολλά σημαντικά βήματα που γίνονται, αλλά και πολλές αμφιλεγόμενες επιλογές, όπως το πρόκριμα της ανταγωνιστικότητας που συχνά συνδέεται με την προϊούσα απονεύρωση του κοινωνικού κράτους (απονεύρωση ορατή και στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, ειδικά σε ό,τι αφορά κοινωνικά κα εργασιακά δικαιώματα). Και πράγματι, σε κάθε συνταγματικό εγχείρημα φαίνεται να κρίνονται και οι μείζονες πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές της Ενωσης.
Συνιστά, λοιπόν, το Ιρλανδικό δημοψήφισμα δικαίωση των ευρωσκεπτικιστών; Εδώ αναδύεται ένα αναπόφευκτο ερώτημα: και τι προτείνει κανείς δηλαδή; Επειδή όντως υπάρχουν ελλείμματα ή και σημαντικές ανακολουθίες στην ετερογενή Ενωση πρέπει να εγκαταλείψουμε ότι έχουμε πετύχει μέχρι τώρα στην Ενωμένη Ευρώπη; Να εγκλωβίσουμε το ενωσιακό εγχείρημα σε μια ανέκκλητη ρευστότητα; Και τότε τι;
Το κόστος της μη Ευρώπης, στη μορφή μιας ημιτελούς ευρωπαϊκής ενοποίησης, είναι απολύτως δυσβάστακτο (με όρους Baun) σε μια «ανελέητη» παγκόσμια οικονομική αρένα. Γι’ αυτό και το ιρλανδικό δημοψήφισμα αναδεικνύει κυρίως μια αναγκαιότητα. Να οικοδομηθεί μια γνησίως αντιπροσωπευτική πολιτική και πολιτειακή τάξη που επιτρέπει την ενδυνάμωση ενός πολυδιάστατου ευρωπαϊκού κεκτημένου, ενισχύοντας τη σύνδεση θεσμικής ενότητας και θεσμικής εμβάθυνσης αλλά και εγκαταλείποντας το μονολογισμό της καθηγεμονίας μιας οικονομικής ορθολογικότητας.
* Ο κ. Νίκος Παπαδάκης είναι αναπλ. καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης.
[...] Αρχική τοποθέτηση Νίκου Παπαδάκη: Σημειώσεις στις εκβολές μιας άρνησης [...]
Η αρχική τοποθέτηση του Δημήτρη Καλτσώνη και η απάντησή του στην τοποθέτηση Παπαδάκη.