Απάντηση Ν. Παπαδάκη: Σημειώσεις στις εκβολές μιας άρνησης. Μέρος ΙΙ 20/08/2008
Posted by Περιοδικό ΕνThesis in ΕΕ και δημοψηφίσματα.Tags: ΕΕ, δημοψήφισμα
trackback
Τελικά τι μας έμαθε το ιρλανδικό δημοψήφισμα?
Στο εξαιρετικό του κείμενο ο Δημήτρης Καλτσώνης εντοπίζει δυο επίπεδα δημοκρατικού ελλείμματος στη μεταρρυθμιστική συνθήκη της Λισαβόνας: το πρώτο αφορά στη διαδικασία (και την ανυπαρξία, κατά τον ίδιο, διάθεσης εμπράγματης διαβούλευσης) ενώ το δεύτερο αφορά στο περιεχόμενο της συνθήκης.
Είναι γεγονός ότι η προσφυγή στην άμεση και καθολική ετυμηγορία των πολιτών αποτελεί μια πολύ πιο αντιπροσωπευτική διαδικασία από αυτήν που επελέγη στην πλειονότητα των Κ-Μ. Εδώ όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διαδικασία επικύρωσης είχε ήδη τελεστεί «επιτυχώς» από 18 Κ-Μ πριν το ιρλανδικό δημοψήφισμα. Δεδομένο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, όπως δεν μπορεί και να υποτιμηθεί η σημασία της επικύρωσης από 18 εθνικά Κοινοβούλια, 18 δηλαδή αιρετά και βουλευόμενα σώματα. Ούτε και μπορεί να προεξοφλήσει κανείς ότι το αποτέλεσμα τυχόν δημοψηφισμάτων σε αυτές τις χώρες θα ήταν ανάλογο του ιρλανδικού.
Είναι όμως απολύτως χαρακτηριστική του discourse που πλαισίωσε πολιτικά το Ιρλανδικό Δημοψήφισμα, η διαρκής επίκληση στη δημοκρατία από όλες τις πλευρές. Για «δημοκρατία εν δράσει» μίλησε η Libertas. Τη Δημοκρατία επικαλέστηκε όμως και ο Hans-Gert PÖttering, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επισημαίνοντας ότι το ιρλανδικό Όχι «αποτελεί φυσικά μια μεγάλη απογοήτευση για όλους όσοι θέλουν περισσότερη δημοκρατία, ικανότητα δράσης, σαφήνεια και διαφάνεια κατά την λήψη αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Τελικά νίκησε ή έχασε η δημοκρατία με το Ιρλανδικό δημοψήφισμα?
Προφανής ερώτηση…..Μα καθόλου προφανής η απάντηση, καθώς μια τέτοια ερώτηση τόσο εγείρει μείζονα θεωρητικά ζητήματα όσο και εμπεριέχει βαθιά πολιτικά ερωτήματα. Και κυρίως μια αναγκαία διαπίστωση: Δεν κρινόταν η δημοκρατία στο ιρλανδικό δημοψήφισμα. Με όλες τις «δυσαρμονίες» της και οπωσδήποτε με τα διαπιστωμένα ελλείμματα αντιπροσώπευσης και εμπιστοσύνης στην Ε.Ε και τη συνακόλουθη κρίση νομιμοποίησης, η δημοκρατία στα ευρωπαϊκά Κ-Μ και στην ίδια την Ένωση τελικά, δεν τελεί υπό διακύβευση. Δικαίως ο κος Καλτσώνης εντοπίζει ως πρόβλημα την «επέκταση της πλειοψηφίας στη λήψη των αποφάσεων» ειδικά αναφορικά με τις δυνατότητες των πιο αδύναμων χωρών. Ήταν άλλωστε ένα από τα βασικά (και πλέον εύλογα) επιχειρήματα στην ιρλανδική καμπάνια εναντίον της Συνθήκης της Λισαβόνας. Όμως η αλλαγή των όρων συγκρότησης των πλειοψηφιών στις διαδικασίες λήψης απόφασης σε υπερεθνικό επίπεδο οφείλουν να ειδωθούν σε συνάρτηση με μια σειρά έτερους θεσμικούς μετασχηματισμούς (όπως στην περίπτωση της σχέσης Κ-Μ και Επιτροπής).
Αν συμβεί αυτό, το ερμηνευτικό τοπίο αλλάζει. Γιατί, οι προαναφερθέντες μετασχηματισμοί προτείνονται στα πλαίσια της ανάγκης αναδιευθέτησης τόσο της κυβερνησιμότητας των θεσμών (governmentality) όσο και των πρότυπων διακυβέρνησης στη μορφή του υποδείγματος εξουσίας, με όρους Bulmer, στην Ένωση (όπως ήδη επισημάναμε στο προηγηθέν άρθρο μας). Αν αυτό που ζητάμε είναι μια «χαλαρή» διακυβερνητική συνεργασία, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι κάτι τέτοιο μοιραία απολήγει σε μια μη εμπράγματη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Όπως αντιστοίχως η όποια τάση πλήρους ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης θέτει εν κινδύνω τα συμφέροντα και το ρόλο του εθνικού κράτους∙ προοπτική εξίσου απευκταία. Άρα? Υπάρχει μέση οδός, πλοήγησης σε ένα τέτοιο αντινομικό περιβάλλον?
Η Στρατηγική (όχι η Συνθήκη) της Λισαβόνας έδειξε ένα δυνητικό δρόμο. Κι αυτό γιατί οι δυο επικυρίαρχες στρατηγικές (με όρους Quermonne), ήτοι η στρατηγική της ολοκλήρωσης με όρους υπερεθνικότητας και η στρατηγική της συνεργασίας (συντονισμός των Κ-Μ με έμφαση στα κυριαρχικά δικαιώματα) φάνηκαν να συναιρούνται υποστατικά. Ωστόσο το πρόβλημα με την Στρατηγική της Λισαβόνας δεν αφορούσε κυρίως τη διαδικασία και τις τάσεις που εγκαινίαζε, όσο το ίδιο το περιεχόμενό της, δηλαδή το (σχεδόν Αμετάθετο) πολιτικό πρόταγμα της Ανταγωνιστικότητας. Το τελευταίο φάνηκε να συγκροτείται ως παραδειγματικό σήμα μιας ομολογίας της οριστικής κατίσχυσης της οικονομικής ορθολογικότητας στην τροπικότητα της πολιτικής. Και ατυχώς η πρόσφατη μεταρρυθμιστική Συνθήκη δεν απέβαλλε αυτήν την τάση.
Βαθμιαία βέβαια, θα παρατηρούσε κανείς, αναδιατάχθηκε και η ίδια η τροπικότητα της κυριαρχίας. Πόσο κυρίαρχο είναι πια το Κ-Μ (ερώτημα πανταχού παρόν στο ιρλανδικό δημοψήφισμα)? Προκύπτει όμως αυτομάτως κι ένα αναπόφευκτο αντερώτημα: πόσο κυρίαρχο μπορεί πλέον να είναι, εντός ή εκτός Ε.Ε.? Οι ιστορικές προϋποθέσεις της κυριαρχίας υφίστανται επίμονες αλλοιώσεις, καθώς (όπως έχει επισημάνει ο Δ. Τσάτσος) την πλήρη πολιτειακή αυτάρκεια του εθνικού κράτους έχει διαδεχθεί μια συνεχώς αυξανόμενη αλληλεξάρτηση. Αλληλεξάρτηση συναρτημένη με τη βαθμιαία διεθνοποίηση της σχέσης Κράτους- Οικονομίας όσο και τη συνακόλουθη «ανεπάρκεια» των Κ-Μ να διασφαλίζουν μια επαρκή λειτουργία της οικονομίας, εκτός ενός διεθνούς ή υπερεθνικού πλαισίου. Ωστόσο ας καταστεί εδώ σαφές το εξής: η ιστορική, συγκειμενικά εδραιωμένη, διαφοροποίηση της έννοιας της κυριαρχίας ούτε συνιστά κατάλυση ούτε και επιτρέπεται να νομιμοποιεί οποιαδήποτε προοπτική κατάλυσης. Η κίνηση προς το υπερεθνικό οφείλει λοιπόν να γίνεται με όρους που να διασφαλίζουν και συγχρόνως να καθιστούν σαφές ότι αυτή δεν προοιωνίζει το τέλος της ουσιαστικής κυριαρχίας των Κ-Μ (ακόμα κι αν αναγκαστικά σχετικοποιεί περαιτέρω τους όρους συνάρθρωσης της). Ο συστατικός δυισμός του ευρωπαϊκού χώρου (πολιτισμική ενότητα/ πολυκρατικότητα) ευνοεί μια τέτοια διασφάλιση - και όμως είναι εκεί ακριβώς που η εμβάπτιση της Συνθήκης της Λισαβόνας στην ιρλανδική δημόσια σφαίρα κατεξοχήν απέτυχε.
Κλείνοντας, ας μας επιτραπεί μια αφηγηματική και χωροταξική «ακροβασία»: από την Ιρλανδία ας μεταβούμε στον Καύκασο. Η πρόσφατη κρίση εκεί ανέδειξε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ε.Ε. (συμπεριλαμβανομένης της αναγκαιότητας αναπροσδιορισμού του ρόλου της ως διεθνούς παίκτη). Την όποια αρχική αμηχανία (σύμμεικτη με ίχνη της παγιωμένης πλέον αντίστιξης «παλαιάς» και «νέας» Ευρώπης, δεδομένης της διαφοροποίησης Πολωνίας και χωρών της Βαλτικής) διαδέχτηκε γρήγορα μια (σχετικά) συνεκτική στάση και κυρίως ο θετικός ρόλος που διαδραμάτισε ο Πρόεδρος της Γαλλίας (δηλαδή της προεδρεύουσας χώρας της Ένωσης). Κι ενώ ΗΠΑ και Ρωσία φλερτάρουν με μια νέα εκδοχή «λελογισμένου» ψυχροπολεμικού πολιτικού κλίματος, το κόστος της μη- Ευρώπης γίνεται ακόμα πιο δυσβάστακτο. Οι μετασχηματισμοί στα γεωπολιτικά παίγνια με την συνολική «επαναδιευθέτηση ισορροπιών, σφαιρών επιρροής και συνόρων» (όπως εύστοχα επισήμανε πρόσφατα ο Κ. Αρβανιτόπουλος) όσο και οι σοβαρές αλλαγές στην πολιτική οικονομία των διεθνών σχέσεων συνηγορούν για τη θεσμική και πολιτική ενδυνάμωση αυτού του ιδιότυπου υπερεθνικού μορφώματος, που συνιστά η Ένωση. Η ιδέα ενός μοναχικού Κράτους σε μια αναδιατασσόμενη διεθνή αρένα κινήτρων και συμφερόντων δεν δείχνει άλλωστε καθόλου δελεαστική. Η Ένωση είναι απαραίτητη και όχι μόνο για τα Κράτη Μέλη της. Μα για να συνεχίσει να είναι, προϋποτίθεται να είναι βιώσιμη και ικανή. Άρα ενδυναμωμένη και συνεκτική, αλλά και περισσότερο νομιμοποιημένη και αντιπροσωπευτική. Μια δύσκολη, οπωσδήποτε, ισορροπία περισσότερο όμως από ποτέ αναγκαία.
Κοντολογίς: Το αποτέλεσμα του «ιρλανδικού συμβάντος» εντοπίζει την ανάγκη σοβαρών αλλαγών στα συστατικά στοιχεία της μακροπολιτικής και συνταγματικής επαν-οικοδόμησης της ενωσιακής τάξης, δεν μπορεί όμως να αποτελέσει άλλοθι για το «πάγωμα» της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα προϋπέθετε μια δελεαστική αυταπάτη. Ο Ρολάν Μπάρτ, σχολιάζοντας τη «Βερενίκη» του Ρακίνα, είχε αποφανθεί ότι το τίποτα, η αυταπάτη, μπορεί να είναι ακόμα και μια απόσταση που έχει διανυθεί με πολύ κόπο. Κόπος σεβαστός, μα διόλου ευοίωνος.
[...] Απάντηση Νίκου Παπαδάκη. [...]